ΦΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΕ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΕΣ ΜΕ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΚΟΙΛΙΑΚΩΝ-ΠΡΟΣΑΓΩΓΩΝ

Οι παράγοντες που προκαλούν το σύνδρομο κοιλιακών – προσαγωγών στους ποδοσφαιριστές είναι δύσκολο να προσδιοριστούν εξαιτίας της ποικιλομορφίας του. Παρόλα αυτά φαίνεται ότι η υπερβολική προπόνηση, η λανθασμένη τεχνική, η μη έγκαιρη διάγνωση ενός οξέως τραυματισμού καθώς και οι ανισορροπίες που μπορεί να υπάρχουν στο σύμπλεγμα οσφύος-λεκάνης-ισχίου μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα εμφάνισης του συνδρόμου αυτού.

Σύμφωνα με μαρτυρίες αθλητών, μέσα από διάφορες μελέτες, οι οποίοι έπασχαν από το σύνδρομο κοιλιακών -προσαγωγών, τα κύρια συμπτώματα του συνδρόμου είναι ο πόνος στη βουβωνική περιοχή που αναπαράγεται με την άσκηση και η δυσκαμψία της κινητικότητας του ισχίου. Ο πόνος μπορεί να εστιάζεται στην περιοχή της πρόσφυσης των προσαγωγών και των κοιλιακών αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι οι δομές που προκαλούν τον πόνο είναι μόνο αυτές. Μπορεί να συνοδεύουν το σύνδρομο περισσότερες από μια παθολογίες αλλά παρόλα αυτά τα συμπτώματα θα παραμένουν ίδια. Ο πόνος έχει άμεση σχέση με τις λειτουργικές κινήσεις και τα κινητικά πρότυπα του αθλήματος και μπορεί να εντείνεται προοδευτικά. Η μελέτη των συμπτωμάτων είναι πολύ σημαντική για την αξιολόγηση της κατάστασης και τη διαφοροδιάγνωση του συνδρόμου.

Είναι σημαντικό, ο φυσικοθεραπευτής να έχει καλή γνώση της ανατομίας και της βιομηχανικής της βουβωνικής περιοχής και στην κλινική αξιολόγηση να συμπεριλάβει όλες τις πιθανές αιτίες που μπορεί να προκαλούν τον πόνο. Πρέπει να παίρνει προσεκτικό ιστορικό και να εκτελεί συστηματική εξέταση προκειμένου να προσδιορίσει τις κύριες περιοχές που δυσλειτουργούν και να δώσει στον ποδοσφαιριστή ρεαλιστικούς και συγκεκριμένους τρόπους αποκατάστασης.

Ακόμη, πριν από την αντικειμενική εξέταση πρέπει πάντα να προηγείται η υποκειμενική όπου μέσω της πραγματοποίησης μιας συνέντευξης με τον αθλητή μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για να μπορέσουμε να έχουμε μια πρώτη εικόνα για το ποιες δομές είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία του συνδρόμου. Πολύ σημαντικό είναι να καταγράφονται τα συμπτώματα σε ένα διάγραμμα σώματος και κατόπιν να συσχετίζονται.

Αμέσως μετά, η αντικειμενική εξέταση πρέπει να περιλαμβάνει επισκόπηση του αθλητή, ψηλάφηση, έλεγχο του εύρους τροχιάς και μυϊκή αξιολόγηση. Επίσης διάφορες δοκιμασίες που βοηθούν στη διαφοροδιάγνωση συγκεκριμένων τραυματισμών πρέπει να εφαρμόζονται ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο παρουσίας ενός άλλου τραυματισμού.

Κατά την ψηλάφηση είναι πολύ σημαντικό να ερευνηθεί η ύπαρξη κήλης, και αν υπάρχει ο αθλητής να ακολουθήσει τη χειρουργική θεραπεία. Αν δεν υπάρχει κήλη, ο αθλητής μπορεί να ακολουθήσει ένα συντηρητικό πρόγραμμα αποκατάστασης που φαίνεται να προτιμάται από πολλούς συγγραφείς και να είναι αποτελεσματικό.

YouTube Preview Image

YouTube Preview Image YouTube Preview Image YouTube Preview Image YouTube Preview Image YouTube Preview Image YouTube Preview Image

Πολλές φορές ακόμα και με την ολοκλήρωση της αντικειμενικής αξιολόγησης ο φυσικοθεραπευτής δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα για το ποιές δομές ευθύνονται για το σύνδρομο αυτό, και έτσι, σε αυτή την περίπτωση, χρησιμοποιούνται μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας για την απεικόνιση των βλαβών όπως το υπερηχογράφημα , η υπολογιστική τομογραφία και η μαγνητική συντονιστική απεικόνιση.

Κατά τη συντηρητική αποκατάσταση προστίθεται ένας χρόνος της ανάπαυσης που μπορεί να είναι αρκετά μακρύς προκειμένου να πετύχουμε την επανασύνδεση των μυοτενόντιων στοιχείων . Σύμφωνα με τις σημερινές γνώσεις τα δεδομένα που μπορούν να βρεθούν στη βιβλιογραφία δεν μας επιτρέπουν να βρούμε μια κοινή αποδοχή ως αναφορά τη διάρκεια της συντηρητικής θεραπείας στο σύνδρομο των κοιλιακών- προσαγωγών. Η διάρκεια μπορεί να είναι 2-3 εβδομάδες  σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς  έως και 6 εβδομάδες για μερικούς άλλους Εκείνο που μπορεί να αποδειχθεί σαν το μέγιστο της αποδοχής είναι ότι η διάρκεια της συντηρητικής θεραπείας σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς μπορεί να κρατήσει μέχρι τρείς μήνες.

Ο φυσικοθεραπευτής στην αρχή του προγράμματος αποκατάστασης βρίσκει τρόπους για να μειώσει τον πόνο και να βελτιώσει την επούλωση των τραυματισμένων ιστών, και να βοηθήσει στην αύξηση της ελαστικότητας και στη χαλάρωση των βραχυνόμενων μυών. Αυτό το πετυχαίνει με την εφαρμογή διαφόρων φυσικών μέσων όπως TENS,  υπέρηχους , Laser και TECAR και άλλων τεχνικών όπως είναι η παθητική κινητοποίηση και η μάλαξη. Παρόλα αυτά, πρέπει να γίνει περεταίρω μελέτη για την αποτελεσματικότητα των φυσικών μέσων σε αυτό το σύνδρομο, γιατί  δεν υπάρχουν αρκετές συγκριτικές μελέτες εφαρμοσμένες στο σύνδρομο κοιλιακών- προσαγωγών.

Η ψυχολογική υποστήριξη του ποδοσφαιριστή, η οποία σε πολλές μελέτες δεν αναφέρεται, είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο που πρέπει να προσέξει ο φυσικοθεραπευτής γιατί με έναν τέτοιο τραυματισμό πολλές φορές οι ποδοσφαιριστές σκέφτονται ότι ίσως δεν γυρίσουν ξανά στο πριν τον τραυματισμό αγωνιστικό τους επίπεδο.

Απαραίτητα στοιχεία της αποκατάστασης στα πρώιμα στάδια φαίνεται να είναι οι διατάσεις και η μάλαξη των μυών της γύρω περιοχής για την απόκτηση ελαστικότητας και τη βελτίωση του εύρους κίνησης. Ο αθλητής πριν προχωρήσει σε πρόγραμμα ενδυνάμωσης είναι σημαντικό να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα επίκεντρης σταθεροποίησης. Επίσης χρήσιμη μέθοδος που μπορεί να εφαρμοστεί τόσο στο στάδιο των διατάσεων όσο και σ’αυτό της σταθεροποίησης είναι οι μέθοδος PNF.

Το πρόγραμμα ενδυνάμωσης πρέπει να είναι προοδευτικό και να δίνεται έμφαση στους μύες γύρω από τη βουβωνική περιοχή. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι πολύ σημαντικό οι ασκήσεις να γίνονται τόσο στην πάσχουσα πλευρά όσο και στην υγιή για την πρόληψη τυχόν ανισορροπιών που μπορεί να δημιουργηθούν.

[ultimate_carouselfree 3 /]

Πριν ξεκινήσει ο αθλητής να συμμετέχει στην ομαδική προπόνηση και το άθλημα θα πρέπει να εφαρμοστούν λειτουργικές δοκιμασίες που αποτελούνται από ασκήσεις που μοιάζουν με τα κινητικά πρότυπα του αθλήματος όπως τρέξιμο, λάκτισμα, άλματα κτλ. Είναι πολύ σημαντικό κατά τις λειτουργικές δοκιμασίες ο φυσικοθεραπευτής να κάνει έναν λειτουργικό έλεγχο για να αξιολογήσει αν ο ποδοσφαιριστής είναι ικανός να περάσει στο επόμενο επίπεδο της αποκατάστασης που είναι η σταδιακή συμμετοχή του στο άθλημα.

 

[ultimate_carouselfree 4 /]


Εφόσον ο ποδοσφαιριστής δεν ανταποκρίνεται στη συντηρητική αποκατάσταση θα πρέπει να ακολουθήσει την χειρουργική αποκατάσταση. Από τις υπάρχουσες τεχνικές, η τεχνική που σύμφωνα με την αρθρογραφία αποτελεί την πιο ικανοποιητική τεχνική οριστικής θεραπείας του χρόνιου βουβωνικού άλγους των ποδοσφαιριστών, είναι η λαπαροσκοπική τεχνική, και μάλιστα αυτή με την ολική εξωπεριτοναϊκη τοποθέτηση συνθετικού πλέγματος, αφού με αυτή την τεχνική επιτυγχάνεται γρήγορα και αποτελεσματικά η ενίσχυση/προστασία του οπίσθιου τοιχώματος του βουβωνικού πόρου από την διαρρηκτική δύναμη των προσαγωγών και η σταθεροποίηση της κατάφυσης των κοιλιακών μυών του υπογαστρίου στην ηβική σύμφυση.

Η μετεγχειρητική αποκατάσταση είναι πολύ σημαντική και το πότε θα ξεκινήσει έχει σχέση με την χειρουργική τεχνική που έχει εφαρμοστεί. Μετά από ανοικτή χειρουργική μέθοδο πρέπει να ακολουθήσει ένα μεγάλο διάστημα ανάπαυσης, ενώ μετά από την λαπαροσκοπική τεχνική ο αθλητής αρχίζει δραστηριότητες μέσα σε τρείς ημέρες. Κάτι το οποίο είναι πολύ σημαντικό για τους ποδοσφαιριστές αφού έτσι μπορούν να κρατήσουν την φυσική τους κατάσταση και να επιστρέψουν γρηγορότερα στο άθλημα τους. Το πρόγραμμα ασκήσεων της μετεγχειρητικής θεραπείας περιέχει περίπου τις ίδιες ασκήσεις με το πρόγραμμα της συντηρητικής δίνοντας πάντα έμφαση στη σταθερότητα, την ελαστικότητα, την ενδυνάμωση και την ανάκτηση του νευρομυϊκού συντονισμού.

Παρόλα αυτά, πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχουν τυποποιημένα πρωτόκολλα αποκατάστασης και θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο κάθε αθλητής είναι ξεχωριστός και η αποκατάσταση θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Επιπλέον  είναι σημαντικό, ο ίδιος ο ασθενής να λαμβάνει ενεργό ρόλο στη αποκατάστασή του και να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του φυσικοθεραπευτή. Έτσι, η αποκατάσταση θα είναι ολοκληρωμένη και οι πιθανότητες άρτιας αποκατάστασης θα είναι περισσότερες.

Τελικά, η κατανόηση της παθολογίας του συνδρόμου του κοιλιακών – προσαγωγών είναι περιορισμένη. Χρειάζονται περισσότερες έρευνες οι οποίες να διεξάγονται με συγκεκριμένα στατιστικά πρότυπα και να δίνουν σαφέστερα και πιο αξιόπιστα αποτελέσματα σχετικά με την αιτιολογία της πάθησης και τους τρόπους αντιμετώπισής της. Η βιβλιογραφία και η αρθρογραφία πάνω στο θέμα αυτό είναι περιορισμένη και ελλιπής αφήνοντας μεγάλα κενά σ’αυτό το σχετικά συχνά απαντώμενο σύνδρομο.

1. Gibbon W.W. (1999) Groin pain in professional soccer players: a comparison of England and the rest of Western Europe. British Journal of Sports Medicine, 33:435.

2. Gilmore J (1998) Groin pain in the soccer athlete: Fact , fiction and treatment. Clinical journal of Sports Medicine, 17:787-793.

3. Hackney R.G. (1993) The sports hernia: a cause of chronic groin pain. British Journal of Sports Medicine, 27: 58-62.

4. Hölmich P.(1997) Adductor-Related Groin Pain in  Athletes. Sports Medicine and Arthroscopy,  5:285-291.

5. Hölmich P., Hölmich L.R., Bjerg A.M. (2004) Clinical examination of athletes with groin pain: an intraobserver and interobserver reliability study, British Journal of Sports Medicine, 38: 446-451.

6. Holmich P., Uhrskou P., Ulnits L., Kanstrup I.L., Nielsen M.B., Bjerg A.M., et al. (1999) Effectiveness of active physical training as treatment for long-standing adductor-related groin pain in athletes: randomised trial. Lancet, 353:439-43

7. Ibahim A., Murell G.A.C., Knapman P. (2007) Adductor strain and hip range of movement in male professional soccer players, Journal of Orthopaedic Surgery, 15(1):46-49.

8. Järvinen M., Orava S., Kujala U.M. (1997) Groin pain (adductor syndrome), Operative Techniques in Sports Medicine, 5(3): 133-137

9. Keigo O., Atsushi H., Kenta U., Hisashi S. (2007) Athletic rehabilitation of soccer players with groin pain. Journal of Sports science & medicine, 6: 134-142.

10. Lowe W.W. (1998) Orthopaedic massage for groin pain, Journal of Bodywork and Movement Therapies, 2(3): 139-143.

11. Meyers W.C., Greenleaf R., Saad A. (2005)  Anatomic Basis for Evaluation of Abdominal and Groin Pain in Athletes. Elsevier Inc. 1053: 55-61

12. Morelli V., Espinoza L. (2005) Groin injuries and groin pain in athletes: part 2, Sports Medicine, 32(1): 185-200

13. Newton P. (1998) Physiotherapy for groin pain, Journal of Bodywork and Movement Therapies, 2(3): 134-139.

14. Taylor D.C., Meyers W.C., Moylan J.A. et al (1991) Abdominal muscular abnormalities as a cause of groin pain in athletes: Inguinal hernias and pubalgia. American Journal of Sports Medicine, 19:239-242.

Comments